Ο εγχώριος μιλιταρισμός (μας) επιτίθεται

     Ο εγχώριος μιλιταρισμός βρίσκεται σε οργασμό επιθετικότητας. Ο από δεκαετίας βομβαρδισμός του ελληνικού κοινού με κούφιες ονειρώξεις περί ΑΟΖ και πετρελαίων, μεθοδεύεται από αυτόν για να εθιστεί το τελευταίο με την νέα εκδοχή μεγαλοιδεατισμού. Ήταν η πρώτη πράξη του δράματος που είναι εν εξελίξει, για να προλειανθούν ιδεολογικά οι επιδιώξεις των στρατοκρατόρων, που σήμερα εκφράζονται μέσω του άξονα Αθήνας-Καϊρου-Λευκωσίας, τις πρόδηλα αντιτουρκικές διεθνείς στρατιωτικές ασκήσεις τύπου «Άρτεμις» στη Σούδα και το μπάσιμο σε πολεμικές αγορές άκρως ευαίσθητες και ηθικά επιλήψιμες (βλ σαουδάραβες). Η τελευταία αυτή έκφραση, εκτός από ανήθικη, συνιστά και ντε φάκτο υποστήριξη σε μια τρέχουσα εμπόλεμη πλευρά, με τρόπο ουσιαστικό και πολύ χειροπιαστό, που στέλνει στις καλένδες την όποια -θεωρητικώς εννοείται- πολιτική ουδετερότητας που επικαλείτο το ελληνικό κράτος αναφορικά με ένα από τα πιο θερμά μέτωπα του πλανήτη, την Μέση Ανατολή. Ένα μέτωπο που -παρεμπιπτόντως- έχει παράξει και τη μεγαλύτερη προσφυγική τραγωδία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την οποία βεβαίως το ελληνικό κράτος διαχειρίζεται, αποκομίζοντας στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά οφέλη.

     Ο ελληνικός μιλιταρισμός κατά καιρούς τα κάνει αυτά, ακόμα κι αν καταλήγει σε βαριές ήττες (στην καλύτερη περίπτωση μονάχα για τον ίδιο – βλ. κρίση των Ιμίων), έως και ανείπωτες τραγωδίες (Μικρασιατική Καταστροφή, διχοτόμηση της Κύπρου). Το μεγάλο πρόβλημα με το στρατιωτικοδιπλωματικό σύμπλεγμα είναι ότι οι περιπέτειες στις οποίες μπλέκει την ελληνική κοινωνία, ακόμη κι όταν έχουν δυστυχή κατάληξη, συνιστούν το οξυγόνο του, το μέσο αναπαραγωγής του.

     Η αναπαραγωγή ενός τέτοιου πελώριου οικονομικού και εξουσιαστικού συμπλέγματος όπως είναι ο ελληνικός μιλιταρισμός, συνιστά ένα ανώτερο Συμφέρον, μια Υπόθεση που ενίοτε δεν βρίσκει καν απαραίτητη την σύμπνοιά της με τα τρέχοντα συμφέροντα της εγχώριας και υπερεθνικής αστικής τάξης – εξού και οι διαχρονικές ήττες του. Εν ολίγοις, οι ιθύνοντες του ελληνικού μιλιταρισμού μέσα στον Στρατό, το διπλωματικό σώμα και στα αντίστοιχα υπουργεία, έχουν τη δική τους ατζέντα, η οποία ήταν, είναι και θα είναι πάντα επιθετική – διότι μονάχα μέσω ενός αέναου κύκλου κρίσεων, προκλήσεων, εθνικών συμφορών και μεγαλοϊδεατισμών μπορούν να δικαιολογούν την παράλογη και παρασιτική ύπαρξη και «αναγκαιότητά» τους.

     Το θέμα όμως με το οποίο τελικά ο μιλιταρισμός παίζει τα ρέστα του, είναι το «μακεδονικό ζήτημα» – ένα ζήτημα εξ’ ολοκλήρου δικής του κατασκευής. Ίσως η απουσία του ζητήματος από την επικαιρότητα εδώ και κάποια χρόνια και η ξαφνική επάνοδος του, αφήνει την αίσθηση ότι πρόκειται για μια δευτερεύουσα περιπέτεια του ελληνικού εθνικισμού – αλλά μακάρι να ήταν έτσι. Τουναντίον, το Μακεδονικό αποτέλεσε – και δυστυχώς συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί – την κατεξοχήν φάμπρικα κατασκευής πολιτικού προσωπικού ταγμένου στην υπόθεση της αναπαραγωγής του μιλιταρισμού και εδραίωσής του μέσα στο Κράτος. Στρατιές πολιτευτών, δημοσιογράφων, ρασοφόρων, πανεπιστημιακών, επιχειρηματιών και καλλιτεχνών, έφτιαξαν τις καριέρες τους μέσα από τη μακεδονομαχία του 1991-2. Στρατιές δηλ δημοσιολογούντων και κρατικών αξιωματούχων σε ρόλο μεγαφώνου της καραβανάδικης και εθνικιστικής ρητορείας, οι οποίοι έπιασαν στασίδι στη δημόσια διοίκηση, στα ΜΜΕ, στα καφενεία, στα θέατρα, στα μπουζούκια, που έγιναν βουλευτές, νομάρχες, δημαρχαίοι, υπουργοί και πρωθυπουργοί.

     Το διπλωματικό βατερλό του ελληνικού κράτους στο ζήτημα αυτό ήταν φυσικά άνευ σημασίας για τους καραβανάδες. Το ίδιο το όνομα – που είναι, λέει, η ψυχή τους – είναι απλά το κόλπο γκρόσο για να μπορεί λχ ένας χουντόψυχος και φασίστας όπως ο στρατηγός Φράγκος, να ηγηθεί ενός νέου κομματικού μηχανισμού. Είναι προφανές ότι για τον εγχώριο μιλιταρισμό η ΝΔ, η Χρυσή Αυγή, οι ΑΝΕΛ, οι κάθε λογής αριστεροπατριώτες, οι στρατιές δημοσιολογούντων από κάθε πιθανό και απίθανο πόστο, δεν αρκούν. Το ξαναζέσταμα του «μακεδονικού» δεν είναι τίποτε λιγότερο από την παράλληλη έφοδο του μιλιταρισμού στο εσωτερικό μέτωπο, το κοινωνικό πεδίο, αδρανοποιώντας το με όλο το οπλοστάσιο του κλασικού εκφασισμού.

     Επιστρέφοντας στην αρχή, οι ντόπιοι στρατοκράτες βρίσκονται σε οργασμό επιθετικότητας, της οποίας η κατάληξη δεν είναι ορατή ακόμα, αλλά το εύρος και η ένταση της επίθεσης είναι τέτοια που αναλογεί σε πολεμική εμπλοκή.

     Αν δεν θέλουμε να γίνουμε φρέσκο κρέας για κανόνια, οφείλουμε να σταθούμε απέναντι στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ μιλιταρισμό. Κυρίως όταν φορά ρούχα πολιτικά και ξερνάει πατριωτιλίκι, πρέπει να ξεμπροστιάζουμε την ιδιοτέλεια και τη λαμογιά του. Να αποδομήσουμε την κούφια προπαγάνδα του περί πετρελαϊκών κοιτασμάτων που υποτίθεται πως μας «ανήκουν» – και θα μας σώσουν σαν άλλος Σώρρας – κάπου εκεί στη νέα κόκκινη μηλιά. Εκεί δηλ που ο ίδιος αυθαίρετα χάραξε τα φανταστικά οικόπεδα που ονόμασε «ΑΟΖ», για να βρίσκει λόγους να τσαμπουκαλεύεται με τον «προαιώνιο εχθρό» και να συμμαχεί με αιματοβαμμένες χούντες.

     Σε τελική ανάλυση, πρέπει να μιλήσουμε και να δράσουμε ανοιχτά ενάντια στον Ελληνικό Στρατό, και όχι γενικά και αόριστα εναντίον των πολέμων ή του ιμπεριαλισμού, διότι το εγχώριο στρατιωτικό σύμπλεγμα είναι αυτό που μας πάει σε πόλεμο, και κανένας άλλος.

Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων!